Μαθητές

Μαθητές
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιχνίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιχνίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Ξεχασμένα παλιά παιχνίδια


ΔΕΙΤΕ: Τα ξεχασμένα παλιά μας παιχνίδια!


Παρακολουθώντας κανείς τα σημερινά παιδιά...
να βυθίζονται όλο και περισσότερο στους υπολογιστές, σε παιχνίδια που τα παρασύρουν μέσα σε πλασματικούς κόσμους και προσπαθούν να σκοτώσουν, να κυριεύσουν ή να κλέψουν με την βοήθεια
του φανταστικού και βρώμικου τις περισσότερες φορές ήρωά τους, σκέπτομαι την εποχή που ήμουν στην ηλικία τους και αλωνίζαμε τα σοκάκια του Θραψανού, παίζοντας με τα δικά μας παιχνίδια. Βέβαια, εάν αναλογιστούμε την μεγάλη χρονολογική διαφορά, η σύγκριση είναι αδύνατη και συνάμα αδόκιμη, όμως οι συνειρμοί έρχονται αυτόματα, ενώ οι απορίες των παιδιών για αυτά τα παιχνίδια τους δημιουργούν χαμόγελα και... συμπάθεια. Προσδοκώντας λοιπόν να παρουσιάσω στα σημερινά παιδιά, τα ξεχασμένα και χαμένα στον χρόνο παιχνίδια, αλλά και με την φιλοδοξία να τα φέρω στη θύμηση αυτών που τα έπαιζαν, σχεδίασα κάποια απο αυτά ενω κάποια άλλα απλά τα καταγράφω παρακάτω. Απο τα χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής εκείνης (αναφέρομαι στα τέλη της δεκαετίας του 60 έως περίπου τα τέλη του 70) ήταν ότι τα πιό αγαπημένα παιχνίδια ήταν αυτά που τα φτιάχναμε μόνοι μας αφού η κατασκευή τους, η συνεχής τροποποίηση και τελειοποίησή τους αποτελούσε απο μόνη της το μεγαλύτερο ίσως παιχνίδι. Βέβαια ορισμένα απο αυτά ήταν επικίνδυνα -χωρίς να ξεχνάμε ότι και εμείς δεν ήμασταν άγιοι-, ενώ σε κάποια άλλα ο αγώνας πολλές φορές δεν ήταν απλά για την νίκη αλλά και για την διατήρηση της σωματικής μας ακεραιότητας.

Παιχνίδια που τα φτιάχναμε μόνοι μας!


Δίχαλο- Σφεντόνα:

Ξύλινο, με πετσάκια και λάστιχο κλώνο ή σαμπρέλα. Επικίνδυνο και απαγορευμένο παιχνίδι που έφτιαχναν οι μεγαλύτεροι, αφού εύκολα κάποιος μπορούσε να τραυματιστεί πολύ σοβαρά εάν χτυπούσε στο πρόσωπο ή στο κεφάλι με τις πέτρες πουεκτοξεύανε. Το χρησιμοποιούσαν για να κυνηγήσουν πουλιά, αλλα και για να συναγωνιστούν στην σκοποβολή. Ενίοτε σπάγανε κανένα τζάμι.


Πατίνι με ρουλεμάν:

Η δυσκολία ήταν να βρεθούν τα ρουλεμάν. Απο κεί και πέρα υπήρχαν οι... ειδικοί που βοηθούσαν στην δύσκολη αυτή κατασκευή. Οι τελευταίες καλιτεχνικές πινελιές ήταν συνήθως μπεντόλιρες που μπροκώναμε στη φάτσα. Αγαπημένες πίστες ήταν οι αμαξωτές με ελαφρά κατηφόρα. Δύσκολα μπορεί να ξεχάσει κανείς την "τραβάγια" που έκαναν τα πατίνια στο κατήφορο.


Τσούρλι με μπαγκιονέτα:

Το φτιάχναμε απο πολύ χοντρό τέλι κρεβατίνας και για τροχό βρίσκαμε απο κανένα πεταμένο παιδικό καροτσάκι. Πολύ αγαπημένο παιχνίδι, καθώς διανύαμε με αυτό ατέλειωτα χιλιόμετρα ενώ για να δοκιμάζουμε την δεξιοτεχνία μας φτιάχναμε ειδικές "πίστες" αγώνων.



Τσούρλι με μεγάλο τροχό ή τσέρκι που τα κυλούσαμε με ένα σκέτο ξύλο. Ακολουθώντας τον γενικό κανόνα που έλεγε ότι οτιδήποτε ήταν στρογγυλό έπρεπε να κυλάει, βρίσκαμε και το αντίστοιχο εργαλείο. Εδώ τα πράγματα ήταν μάλλον απλά καθώς με ένα κομμάτι ξύλο το παιχνίδι ήταν έτοιμο.

Αετός της Καθαρής Δευτέρας. (Χαρταετός)

Τα βασικά στοιχεία για την κατασκευή του χαρταετου ήταν καλάμια απο την Περβόλα που τα σκίζαμε για να φτιάξουμε το σκελετό, σπάγγος, λαδόκολα για πανί που την κολάγαμε με κουρκούτι στο περιφερειακό σπάγγο, και εφημερίδες για ουρά. Αργότερα με την εφάνιση των έγρωμων χαρτιών οι κατασκευές έγιναν περίτεχνες και εντυπωσιακές και ανέμιζαν υπερήφανα στο γήπεδο.

Τα ομαδικά παιχνίδια:
Ποδόσφαιρο
Σκλαβάκια
Πόλεμο
Πετροπόλεμο
Χοστό ( Κρυφτό) (με μάνα ένα ντενεκέ)
Κάτω πά (μακρυά γαϊδούρα)
Ολυμπιακοί αγώνες

Τα παιχνίδια που παίζαμε στα πεζούλια:
Πεντόβολο
Ντάμα (απλή αλλα και υποχρεωτική)
Ποδοσφαιράκι
Σαλίγκαρο
Τρίλιζα
Βεζύρης (ξυλάς, βασιλιάς, ψωμάς, κλέφτης)

Τα "κοριτσίστικα" παιχνίδια:
Μήλα
Κουτσό (ή καλόγερο)
Σκοινάκι
Λάστιχο

Άλλα παιχνίδια:
Μπίλιες γυάλινες και σιδερένιες
Τάκα-τάκα
Το παιχνίδι αυτό το αποτελούσαν δυό μεγάλες κοκάλινες μπίλιες που κρεμότανε με λεπτό σχοινάκι απο ένα σιδερένιο κρίκο. Ο διαολεμένος θόρυβος που έκανε σε συνάρτηση με τα συχνά ατυχήματα που προκαλούσε το έκανε γρήγορα απαγορευμένο παιχνίδι.

Από τα παλιά παιχνίδια που χάθηκαν είναι και το σβουράκι, η "ρουλέτα του δρόμου" θα λέγαμε σήμερα. Βάλε 1, βάλε 2, πάρε 1, πάρε 2, βάλτε όλοι και πάρτα όλα.

Η πιό απλή και διαχρονική μορφή τυχερού παιχνιδιού βέβαια ήταν το κορώνα - γράμματα. Τα ποσά που εννοούμε όταν λέμε χρήματα ήταν πενηνταράκια, φράγκα (δραχμές), δίφραγγα, τάλιρα, δεκάρικα και κοσάρικα

ΤΡΕΙΣ...ΚΑΙ ΤΟ ΛΟΥΡΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ:

Τα παιδιά σχηματίζουν ένα κύκλο, καθισμένα γύρω από τη μάνα, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά. Εκείνη βγάζει τη ζώνη της ή ένα λουρί ή σχοινί και πρώτα σχηματίζει μ' αυτό διάφορα σχήματα, π.χ. ένα αχλάδι, ένα μήλο, ένα καλάθι κτλ. Τα άλλα πρέπει να μαντέψουν τι παριστάνει. Όποιο το βρει, του δίνει η μάνα το λουρί και τότε εκείνο έχει το δικαίωμα να σηκωθεί και να κυνηγήσει τ' άλλα παιδιά. Η μάνα μένει στη θέση της και κάθε τόσο φωνάζει: «Τρεις και το λουρί της μάνας! ». Εκείνος που κρατεί το λουρί, συνεχίζει το κυνήγι του κι αν κτυπήσει κανένα παιδί, τότε εκείνο βγαίνει απ' το παιχνίδι. Αν όμως η μάνα φωνάξει: «Τρεις και το λουρί της μάπας! », τότε αυτός που κυνηγάει, πρέπει αμέσως να γυρίσει πίσω και να παραδώσει το λουρί στη μάνα, αλλιώς τα άλλα παιδιά έχουν το δικαίωμα να τον πάρουν στο κυνήγι και να του πάρουν το λουρί και να αρχίσουν μ' αυτό να τον χτυπούν.


ΠΕΡΝΑ, ΠΕΡΝΑ Η ΜΕΛΙΣΣΑ:

Τα παιδιά, από 6 και πάνω, διαλέγουν από τα πιο μεγάλα, δυο μάνες και η κάθε μια παίρνει με λάχνισμα τον ήλιο ή το φεγγάρι. Οι 2 μάνες σχηματίζουν με τα χέρια τους μια καμάρα και στέκονται όρθιες στη μέση. Τα υπόλοιπα παιδιά σχηματίζουν μια γραμμή, το ένα πίσω απ' το άλλο, κρατημένα απ' τη μέση ή απ' τη ζώνη τους. Όπως έχουν σχηματίσει τη σειρά προχωρούν προς την καμάρα τραγουδώντας:

Περνά, περνά η μέλισσα
Με τα μελισσόπουλα
Και με τα παιδόπουλα!
Όταν φτάσουν μπρος την καμάρα οι 2 μάνες τα ρωτούν:
-Από πού ερχόσαστε;
-Από την Κόρινθο (π.χ.)
-Και τι έχετε φορτωμένα;
-Σύκα και σταφύλια (π.χ.)
-Περάστε μέσα.

Σηκώνουν λοιπόν τα χέρια τους και τα παιδιά περνούν κάτω από την καμάρα, βουίζοντας σαν τις μέλισσες. Την ώρα που είναι να περάσει το τελευταίο, οι 2 μανάδες κατεβάζουν τα χέρια τους και το κρατούν κι ύστερα το ρωτούν σιγά, ώστε να μην ακούσουν τα άλλα:

-Τι θέλεις, τον ήλιο ή το φεγγάρι;

Το παιδί θα πει τον ήλιο ή το φεγγάρι και τότε θα πάει πίσω απ' αυτή που πήρε τούτο το όνομα και θα πιαστεί απ' τη μέση της. Το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, μόνο που κάθε φορά, τα παιδιά λένε ότι έρχονται από άλλο μέρος και φέρνουν διαφορετικά πράγματα, μέχρις ότου μοιραστούν όλες. Την τελευταία τη ρωτούν πια φανερά, αν θέλει τον ήλιο ή το φεγγάρι κι όταν διαλέξει πιάνεται, πίσω απ' όλα τα άλλα παιδιά. Τότε η μια μάνα βγάζει τη ζώνη της και την απλώνει στην άλλη και η κάθε μια τους κρατάει από μιαν άκρη και με τα παιδιά από πίσω της την τραβάει προς το μέρος της. Όποια πάρει την άλλη, νικάει.


ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΣ ΚΥΡΑ ΜΑΡΙΑ:

Πιάνονται απ' το χέρι και σχηματίζουν κύκλο, ενώ ένα κορίτσι απ' τα μεγαλύτερα, η κυρα-Μαρία, στέκεται στη μέση. Αρχίζουν να γυρίζουν γύρω γύρω και τραγουδούν, ενώ η κυρα-Μαρία προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους.

Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς δεν περνάς,
Που θα πας κυρα-Μαρία, δεν περνάς, περνάς!
-Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, δεν περνώ.
Θε να πάω εις τους κήπους δεν περνώ, περνώ!
-Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, δεν περνάς
Τι θα κάνεις εις τους κήπους δεν περνάς, περνάς!
-Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, δεν περνώ
Θα μαζέψω 2 βιολέτες δεν περνώ, περνώ!
-Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, δεν περνάς
Τι θα κάνεις τις βιολέτες δεν περνάς, περνάς!
-Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, δεν περνώ
Θα τις δώσω της καλής μου δεν περνώ, περνώ!
-Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, δεν περνάς
Και ποια είναι η καλή σου δεν περνάς, περνάς!
-Η καλή μου είν' (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, δεν περνώ
Η καλή μου είν' (η Ελένη π.χ.) δεν περνώ, περνώ!

Μόλις ακούσει τ' όνομά του το κορίτσι που ανέφερε η κυρα-Μαρία, φεύγει απ' τον κύκλο και μπαίνει στη μέση και τότε είτε γίνεται αυτό κυρα-Μαρία και το παιχνίδι συνεχίζεται έτσι είτε στέκεται στο πλάι της κυρα-Μαρίας, που συνεχίζει ν' αναφέρει σε κάθε επανάληψη του τραγουδιού κι από μια φιλενάδα της, ώσπου δε μένουν πια αρκετά κορίτσια, για να σχηματίσουν κύκλο κι έτσι το παιχνίδι τελειώνει.


ΛΥΚΕ ΛΥΚΕ, ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ;

Ένα από τα μεγαλύτερα παιδιά κάνει τον λύκο, που πάει και κρύβεται πίσω από ένα θάμνο ή ένα δέντρο. Τα άλλα παιδιά, με επικεφαλής ένα απ' τα μεγαλύτερα, που θα είναι η «μάνα», πιάνονται στη σειρά, το ένα πίσω απ' το άλλα και πλησιάζουν το κρησφύγετο του λύκου, απαγγέλλοντας ρυθμικά:

«Πήγε ο λύκος στο βουνό,
μες στο δάσος το πυκνό.
Τριγυρνώ και τραγουδώ:
Λύκε, λύκε είσαι δω;»
Ο λύκος απαντάει: -Εδώ είμαι!
Τα παιδιά ρωτούν: -Και τι κάνεις;
Ο λύκος: -Βάζω το πουκάμισό μου! Ή
Τώρα σηκώνομαι απ' το κρεβάτι μου!

Τα παιδιά απομακρύνονται, κάνουν ένα νέο γύρο, πάντα πιασμένα το ένα πίσω απ' το άλλο και σταματούν πάλι έξω απ' το κρησφύγετο του λύκου, λέγοντας το ίδιο τραγουδάκι. Ο λύκος εξακολουθεί να ντύνεται και τους απαντάει πάντα: «Βάζω το παντελόνι μου» ή «φοράω τα παπούτσια μου» ή δίνει άλλες αστείες απαντήσεις, όπως: «Ξυρίζω τα μουστάκια μου», ανάλογα με την ηλικία του και με την ετοιμότητά του. Στο τέλος λέει: «Βάζω το καπέλο μου» ή «παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ» και τότε τα παιδιά σκορπίζονται φωνάζοντας:
«Λύκε, λύκε φτάσε με,
σαν μπορείς και πιάσε με!»

Ο Λύκος τρέχει από πίσω τους και τα κυνηγάει. Όποιο παιδί φτάσει, βγαίνει από το παιχνίδι. Αυτό γίνεται ώσπου να τα πιάσει όλα ή ώσπου να κουραστούν τα παιδιά


ΓΥΡΩ ΓΥΡΩ ΟΛΟΙ:
Τα παιδάκια σχηματίζουν έναν κύκλο και βάζουν το πιο μικρό στη μέση. Ύστερα πιάνονται από τα χέρια και γυρίζουν τραγουδώντας:

Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση ο Μανόλης,
Χέρια, πόδια στη γραμμή
Όλοι κάθονται στη γη!
-Κάθισε, Μανολάκη!

Με το: «όλοι κάθονται στη γη!», όλα τα παιδάκια κάθονται χάμω και τεντώνουν τα πόδια τους προς το κέντρο. Το ίδιο πρέπει να κάνει και ο «Μανόλης».


Η ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΝΗ:

Τα κοριτσάκια σχηματίζουν έναν κύκλο, που κοιτάζει προς τα μέσα. Στο κέντρο κάθεται ένα κοριτσάκι, που κάνει τάχα ότι κλαίει. Τα άλλα γυρίζουν γύρω-γύρω και τραγουδούν:

Η μικρή Ελένη
κάθεται και κλαίει
γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.
Σήκω απάνω, πλύνε τα μάτια,
Κοίταξε τον ήλιο κι αποχαιρέτησε!

Το κοριτσάκι, τότε, που κάνει την Ελένη, πλένει δήθεν τα μάτια της και κοιτάζει τον ήλιο κι ύστερα σηκώνεται ξαφνικά και πιάνει μια απ' τις άλλες, που γίνεται εκείνη Ελένη με τη σειρά της.


Η ΚΟΛΟΚΥΘΙΑ:

Οι παίκτες - από 5 ως 10 - κάθονται γύρω-γύρω και βγάζουν έναν αρχηγό, τα πιο μεγάλα απ' τα παιδιά ή τον πιο έξυπνο, ανάμεσα στους μεγάλους. Καθένας απ' τους παίκτες παίρνει έναν αριθμό. Αυτό γίνεται κατά 2 τρόπους: Ή εκείνος που κάθεται στ' αριστερά του αρχηγού, παίρνει τον αριθμό 1 κι ο διπλανός του το 2 κι έτσι ως το τέλος, ή ο καθένας παίρνει όποιο αριθμό του αρέσει, που δεν πρέπει όμως να είναι μεγαλύτερος, απ' όσα είναι στο σύνολό τους τα παιδιά. Έτσι π.χ. αν τα παιδιά είναι 8, δεν πρέπει κανείς να πάρει τον αριθμό 10. Κάθε παίκτης πρέπει να θυμάται καλά τον αριθμό του, γιατί απ' αυτό θα εξαρτηθεί αν θα κερδίσει ή θα χάσει.

Πρώτος μιλάει ο αρχηγός και λέει:
- Έχω μια κολοκυθιά που κάνει 3 (π.χ.) κολοκύθια!
Μόλις αναφέρει αυτόν τον αριθμό, εκείνος που έχει το 3, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει:
- Και γιατί να κάνει τρία;
- Και πόσα θέλεις να κάνει; Ρωτάει ο αρχηγός.
- Να κάνει (π.χ.) πέντε.


Μόλις ακούσει τον αριθμό του εκείνος που έχει το πέντε, πρέπει αμέσως να σηκωθεί και να πει: «Και γιατί να κάνει πέντε;» και το παιχνίδι συνεχίζεται μ' αυτόν τον τρόπο.
Αν κανείς ακούσει τον αριθμό του και δεν σηκωθεί ή σηκωθεί ακούγοντας τον αριθμό που έχει άλλος ή πει ανύπαρκτο αριθμό (π.χ. το 12 αν είναι 10 τα παιδιά), τότε χάνει και πρέπει να δώσει ενέχυρο. Αυτό το ενέχυρο πρέπει να είναι κάτι το ατομικό του, π.χ. το μαντήλι του, το βραχιόλι του… Όλα αυτά ο αρχηγός τα βάζει κατά μέρος και τα σκεπάζει μ' ένα μαντίλι ή μ' ένα κομμάτι ύφασμα. Όταν τελειώσει το παιχνίδι, ο αρχηγός βάζει το χέρι του κάτω απ' το μαντίλι, τραβάει ένα-ένα τα ενέχυρα και φωνάζει:
- Κι αυτός εδώ, τι πρέπει να κάνει;
Οι άλλοι, όλοι μαζί, φωνάζουν.

- Να λαλήσει σαν πετεινός ή να γκαρίξει σαν γαϊδούρι ή να περπατήσει με τα τέσσερα, ή ό,τι άλλο σοφιστούν.
Την τιμωρία αυτή, πρέπει ο τιμωρημένος να τη δεχτεί με κέφι και να κάνει τους άλλους να γελάσουν.
Σε μια παραλλαγή, ο αρχηγός δεν περιμένει να τελειώσει το παιχνίδι για να επιβάλλει τις τιμωρίες, αλλά μόλις κάνει κάποιος ένα λάθος, τον βάζουν αμέσως να εκτελέσει την τιμωρία του.
Σε μια άλλη παραλλαγή απ' την Ήπειρο, στη μέση του κύκλου στήνουν μια βαριά πέτρα και όποιος κάνει λάθος, σηκώνεται αμέσως, σηκώνει την πέτρα και τη βαστάει στους ώμους του ως το τέλος του παιχνιδιού, εκτός αν λαθευτεί κανένας άλλος και τότε πηγαίνει εκείνος και παίρνει την πέτρα κι ο πρώτος ξαναγυρίζει στη θέση του.


ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ:

Παίζεται από 2 ή περισσότερα παιδιά ή από 2 ομάδες παιδιών, όταν τα παιδιά είναι από 4 και πάνω. Κάθε παιδί διαλέγει την πέτρα του, που πρέπει να είναι πλακέ και ελαφριά.
Χαράζουν στο χώμα ή ζωγραφίζουν στο πεζοδρόμιο ή στην αυλή με κιμωλία το σχήμα του κουτσού και αριθμούν τα τετράγωνα. Η επάνω διάμετρος πρέπει να έχει τόσο πλάτος, ώστε να μπορεί να σταθεί ένα παιδί με τεντωμένα τα δυο του πόδια, δηλ. περίπου 80 πόντους. Ανάλογα πρέπει να είναι τα υπόλοιπα τετράγωνα. Ορίζουν ένα σημάδι και κάθε παιδί ρίχνει την πέτρα του στο σημάδι. Όποιου η πέτρα πάει μακρύτερα, εκείνο θα παίξει πρώτο. Ύστερα αρχίζει το παιχνίδι κι όποιο παιδί παίξει πρώτο, πετάει την πέτρα του στο πρώτο τετράγωνο, από μια απόσταση ως 3 βήματα περίπου. Αν τυχόν η πέτρα πέσει είτε έξω από το τετράγωνο είτε πάνω στη γραμμή, τότε το παιδί χάνει τη σειρά του και πρέπει να περιμένει να παίξουν όλοι οι άλλοι για να ξαναρίξει. Αν πέσει μέσα στο τετράγωνο, τότε πηδάει κι αυτό μέσα, πατώντας μόνο στο δεξί πόδι και μ' αυτό σπρώχνει την πέτρα στο επόμενο τετράγωνο. Όταν φτάσει στο τρίτο, τότε κάνει το λεγόμενο γεφυράκι, δηλ. σπρώχνει την πέτρα πάνω στη γραμμή, που είναι ανάμεσα στα 2 τετράγωνα του (4) και πατάει με τα 2 πόδια. Κατόπιν στηρίζεται πάλι στο δεξί πόδι και σπρώχνει την πέτρα στο πέμπτο τετράγωνο κι από κει στο κεντρικό τετράγωνο του (6), οπότε κάνει πάλι το γεφυράκι, έχοντας την πέτρα στο μεσιανό τετράγωνο και πατώντας με τα 2 πόδια του στα δυο ακριανά. Αμέσως μετά κάνει μεταβολή πηδώντας και τότε έχει το δικαίωμα είτε να κάνει πάλι το γεφυράκι και να σπρώξει την πέτρα με το κουτσό στο πέμπτο τετράγωνο είτε να σκύψει και να την πιάσει με το χέρι και να την πετάξει στο πέμπτο τετράγωνο. Συνεχίζει ύστερα το κουτσό και γυρίζει πίσω βγάζοντας την πέτρα έξω. Έρχεται κατόπιν η σειρά από τα άλλα παιδιά να κάνουν τον πρώτο γύρο.
Ο δεύτερος γύρος λέγεται Τουβλάκι, γιατί όλη η διαδρομή γίνεται τοποθετώντας ένα σπασμένο τουβλάκι στη ράχη του ποδιού και πηδώντας ελαφρά από ένα τετράγωνο στο άλλο, έτσι ώστε να μην πέσει το τουβλάκι κάτω.
Ο τρίτος γύρος λέγεται Πλάτη. Σ' αυτόν ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα του επάνω στην πλάτη του και πηδάει από το ένα τετράγωνο στο άλλο κουτσός πάντα και σκύβοντας για να μην πέσει η πέτρα του χάμω.
Ο τέταρτος γύρος είναι το Χεράκι. Σ' αυτόν η πέτρα τοποθετείται πάνω στη ράχη του αριστερού χεριού και ο παίκτης πρέπει να κάνει όλη τη διαδρομή πηδηχτά, προσέχοντας να μην του πέσει η πέτρα. Στην επιστροφή, καθώς θα κάνει τη μεταβολή πηδηχτά στο έκτο τετράγωνο, πετάει και την πέτρα ψηλά, γυρίζοντας το χέρι του και κατά την επιστροφή την κρατάει πια στην τεντωμένη παλάμη του.
Ο πέμπτος και τελευταίος γύρος είναι το Τυφλό. Ο παίκτης τοποθετεί την πέτρα πάνω στο κούτελό του και γέρνει το κεφάλι του κατά πίσω, προσέχοντας να μην πέσει η πέτρα. Έτσι κάνει όλη τη διαδρομή, χωρίς να βλέπει που πατάει και προσέχοντας να μην πατήσει στη γραμμή ή να μη βγει έξω από τα τετράγωνα, αλλιώς καίγεται και ξαναρχίζει.
Όταν τα παιδιά παίζουν ομαδικά, νικάει εκείνη η ομάδα που οι παίκτες της έχουν καεί τις λιγότερες φορές.


ΑΜΠΑΡΙΖΑ:

Παραδοσιακά είναι ένα παιχνίδι, κυρίως γι' αγόρια 12-15 ετών, αλλά μπορούν να το παίξουν και κορίτσια. Έχει πολύ αυστηρούς κανόνες, που οι παίκτες πρέπει να τους κρατούν με κάθε τρόπο.
Τα παιδιά, 8 ως 14 τον αριθμό, χωρίζονται σε 2 ομάδες και κάθε ομάδα έχει τη μάνα της. Κάθε ομάδα διαλέγει την περιοχή της, σε 100 με 150 βήματα απόσταση από την άλλη και στο κέντρο είναι η αμπάριζα ή η Μανή, κατά την ποντιακή παραλλαγή, που αποτελείται από ένα σωρό, καμωμένο με τα πανωφόρια των παιδιών ή τα σακάκια τους ή ένα δέντρο, αν υπάρχει σ' αυτόν το χώρο. Γύρω απ' την αμπάριζα, κάθε ομάδα χαράζει έναν κύκλο, με περιφέρεια 3 ως 4 μέτρων και εκεί θα φυλάγονται τα σκλαβάκια. Εμπρός από τον κύκλο αυτό, σε μια απόσταση 5 βημάτων, κάθε ομάδα χαράζει μια ίσια γραμμή, που δείχνει τα σύνορα της περιοχής της.
Την αρχή του παιχνιδιού την κάνει ένας, ο πιο σερπετός από τους παίκτες της ομάδας Α, που προχωρεί προς τη γραμμή κι αρχίζει να κοροϊδεύει και να ειρωνεύεται τους αντιπάλους του. Τότε ο αρχηγός, η μάνα της αντίθετης ομάδας δίνει την εντολή σ' έναν απ' τους δικούς της, να τον κυνηγήσει και να πιάσει τον αιχμάλωτο. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να κυνηγήσει και να πιάσει τον αντίπαλο του, παρά μονάχα έξω από την περιοχή του και μονάχα αν έχει βγει ύστερα απ' αυτόν. Αν ο αντίπαλος της ομάδας Α γυρίσει πίσω στην περιοχή του χωρίς να πιαστεί, τότε αυτός που τον κυνηγάει, δεν έχει δικαίωμα να μείνει στην ελεύθερη περιοχή, αλλά πρέπει να γυρίσει ξανά στο στρατόπεδό του και να πάρει «φωτιά» ή να πιάσει «αμπάριζα». Φωνάζει τότε: «Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω» και τότε χτυπάει την αμπάριζα και βγαίνει πάλι έξω. Εντωμεταξύ κι άλλοι παίκτες της ομάδας Α και της Β έχουν βγει και κυνηγιούνται. Αν κανείς φτάσει τον αντίπαλό του και τον αγγίξει, έστω και με τα δάχτυλα, και φωνάξει: «Σ' έπιασα», τότε αυτός θεωρείται αιχμάλωτος και οδηγείται με θριαμβευτικές κραυγές στο στρατόπεδο των αιχμαλώτων του αντιπάλου, δηλ. στον κύκλο που είναι χαραγμένος γύρω από την αμπάριζα, και δεν επιτρέπεται να φύγει μόνος του. Ωστόσο αν κάποιος από τη δική του ομάδα καταφέρει να χωθεί μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο και χτυπήσει έναν από τους αιχμαλώτους, τον ελευθερώνει. Δε μπορεί όμως να ελευθερώσει παρά μονάχα ένα σε κάθε έξοδό του. Αν κανείς από τους παίκτες είτε κατά λάθος είτε για να γλιτώσει έναν από τους δικούς του, βγει από την περιοχή του παιχνιδιού, που σχηματίζει γύρω γύρω ένα τετράγωνο, τότε θεωρείται λιποτάκτης και οδηγείται στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του αντιπάλου.
Οι αρχηγοί των ομάδων δεν παίρνουν μέρος στο παιχνίδι, γιατί αν τυχόν συλληφθεί ένας αρχηγός, τότε χάνει ολόκληρη η ομάδα του το παιχνίδι. Αντίθετα, αν ο αρχηγός της αντίπαλης ομάδας καταφέρει να εισχωρήσει στην περιοχή του εχθρού και χτυπήσει την αμπάριζα, τότε κερδίζει ολόκληρη η ομάδα. Φωνάζει, τότε, «Έπιασα την αμπάριζα» και το παιχνίδι θεωρείται τελειωμένο. Κανονικά το παιχνίδι συνεχίζεται έως ότου η μια ομάδα χάσει τόσους παίκτες, ώστε να μη μπορεί πια να συνεχίσει. Οι νικητές, τότε, κάθονται καβαλικευτά στη ράχη των νικημένων και κάνουν έτσι τη βόλτα όλης της περιοχής, περιγελώντας τους αντιπάλους.

http://24wro.blogspot.com/2011/04/blog-post_1970.html

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Παιχνίδια των γονιών μας


Το μαντηλάκι
 Τα παιδιά κάθονταν στο έδαφος σχηματίζοντας έναν κύκλο. Ένα παιδί βρισκόταν έξω από τον κύκλο όρθιο και έλεγε περπατώντας ένα τραγουδάκι, κρατώντας ένα μαντηλάκι. Σε μια τυχαία στιγμή, το παιδί που βρισκόταν εκτός κύκλου, άφηνε το μαντηλάκι σ’ ένα παιδί. Εκείνο το παιδί, μόλις το αντιλαμβανόταν, έπαιρνε το μαντηλάκι κι άρχιζε να κυνηγάει το παιδί που του το άφησε. Αν το έπιανε πριν προλάβει να κάτσει ξανά, καθόταν εκείνο έξω από τον κύκλο, διαφορετικά βρισκόταν εκτός κύκλου το άλλο παιδί.
 Ελένη Μπεκιάρη

Η μικρή Ελένη
Αρκετά κορίτσια σχηματίζουν έναν κύκλο που κοιτάζει προς τα μέσα. Στο κέντρο του κύκλου κάθεται ένα κοριτσάκι που κάνει ότι κλαίει, ενώ τα άλλα κορίτσια γυρίζουν γύρω της και τραγουδούν:
«Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της.
Σήκω επάνω, πλύνε τα μάτια, κοίταξε τον ήλιο κι αποχαιρέτησε».
Το κοριτσάκι τότε που είναι η Ελένη, κάνει πως πλένει τα μάτια της και κοιτάζει προς τον ήλιο. Σηκώνεται ξαφνικά και προσπαθεί να πιάσει ένα από τα άλλα κορίτσια. Το κορίτσι που θα πιάσει γίνεται τώρα η «μικρή Ελένη» και το παιγνίδι συνεχίζεται. Καθένα από τα κορίτσια προσπαθεί να αποφύγει να πιαστεί από τη…μικρή Ελένη! 
Άννα Νταντιάνεβα

Τζαμί
Στο τζαμί είναι ένα παλιό παιχνίδι που παίζεται από δύο ομάδες παιδιών. Αφού τα παιδιά χωριστούν σε δύο ισάριθμες ομάδες κάνουν ένα κύκλο στο έδαφος και στο κέντρο του στήνουν κεραμίδια το ένα πάνω στο άλλο, σαν πύργο. Μετράνε δεκαπέντε βήματα από τον κύκλο και τραβάνε μια γραμμή. Έπειτα κάθε ομάδα προσπαθεί με την μπάλα να ρίξει τον πύργο. Όποια ομάδα ρίξει τον πύργο, προσπαθεί να απομακρυνθεί, ώστε η άλλη ομάδα να μην την πετύχει με την μπάλα. Όποιος χτυπηθεί από την μπάλα βγαίνει από το παιχνίδι. Συγχρόνως η ομάδα των παιδιών που έριξε το τζαμί (τον πύργο), προσπαθεί να το ξανακτίσει, χωρίς όμως να τους χτυπήσει η μπάλα. Όταν το ξαναχτίσουν, φωνάζουν «τζαμί» και κερδίζουν, αν όμως έχουν χτυπηθεί όλοι από την μπάλα και δεν έχουν προλάβει να στήσουν το τζαμί κερδίζει η άλλη ομάδα.

Κατερίνα Οικονόμου
ή

Ένα παλιό παιχνίδι είναι το τζαμί το οποίο παίζεται και στις μέρες μας, αν και πιο σπάνια πια. Στο τζαμί οι παίχτες που θα παίξουν χωρίζονται σε δύο διαφορετικές ομάδες, που η καθεμιά μπορεί να αποτελείται από πάρα πολλά άτομα. Πριν αρχίσει το παιχνίδι οι παίχτες στήνουν τα τουβλάκια στο κέντρο ενός μικρού κύκλου. Ύστερα μετράνε 11 βήματα και τραβάνε μια γραμμή όπου από εκεί ρίχνουν την μπάλα για να πετύχουν τα τουβλάκια. Όποια ομάδα ρίξει τα τουβλάκια τότε η αντίπαλη ομάδα αρχίζει να σκορπίζει τα τουβλάκια μέσα στον κύκλο και αφού τα σκορπίσει αρχίζει και κυνηγάει με την μπάλα για να κάψει τα μέλη της άλλης ομάδας . Στόχος του παιχνιδιού είναι η ομάδα που έριξε τα τουβλάκια να στήσει τα τουβλάκια, χωρίς να τους κάψουν με την μπάλα οι αντίπαλοι, οι οποίοι τους κυνηγούν. Αν το καταφέρουν, φωνάζουν «τζαμί» και τελειώνει ο γύρος. Θα ήθελα πολύ και εγώ να ξανά αρχίσω να παίζω τζαμί γιατί είναι ένα πολύ ευχάριστο παιχνίδι.

Θανάσης Μοσχόπουλος



Κρυφτό
Το κρυφτό είναι ένα παιχνίδι, που παίζεται από τα παλιά χρόνια μέχρι και σήμερα. Για να μπορέσει να παιχτεί χρειάζεται πολλά άτομα. Αρχικά, με κλήρο επιλέγεται ένα παιδί, το οποίο κλείνει τα μάτια του και «φυλάει», δηλαδή μετράει μέχρι έναν καθορισμένο αριθμό. Στο χρόνο αυτό θα πρέπει  τα υπόλοιπα παιδιά  να κρυφτούν όσο καλύτερα μπορούν. Μόλις αυτό το άτυχο παιδί  τελειώσει το μέτρημα, πρέπει να ανοίξει τα μάτια του και να ψάξει να βρει όλα τα άλλα παιδιά, που έχουν κρυφτεί. Σκοπός των πολλών, είναι  να πάνε στο μέρος  όπου «φυλούσε» αυτό το παιδί και να πουν «φτου  ξελευθερία για μένα». Αν τα καταφέρουν όλοι, τότε ξαναφυλάει το ίδιο παιδί ή επιλέγεται κάποιο άλλο. Εάν όμως το παιδί που «φυλούσε» προλάβει και βρει  κάποιο από τα παιδιά τότε στον επόμενο γύρω «φυλάει» εκείνο.
  Το παιχνίδι αυτό μου αρέσει πολύ, γιατί είναι ευχάριστο και πολύ διασκεδαστικό!!!!!!!!!

Μπαγιαζίδου Σοφία



Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Παιχνίδια των αρχαίων Ελλήνων

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν παιχνίδια για παιδιά αλλά και για ενήλικες.
Για τα παιδικά παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα υπάρχουν πληροφορίες στο έργο "Ονομαστικόν" του λεξικογράφου Πολυδεύκη(2ος αιώνας Π.Χ.), σε αγγειογραφικές πα-ραστάσεις, καθώς και στους κλασικούς συγγραφείς.
Πολλά παιδικά παιχνίδια είχαν αγωνιστικό χαρακτήρα και άλλα ήταν ατομικά ή ομαδικά. Παιχνίδια για ενήλικες ήταν η πεττέα ή πεσσία(είδος ντάμας), που αναφέρεται από τον Πλάτωνα.
Υπήρχαν αγώνες πετεινών και άλλων πτηνών (κυρίως στην Αθήνα) και ο κότταβος, που ήταν η κατάληξη κάθε συμποσίου. Ο κότταβος ήταν ένα είδος μαντείας που γινόταν με το υπόλοιπο του κρασιού, που το έριχναν σε μια λεκάνη. Σιγά σιγά έχασε τον αρχικό χαρακτήρα του και έγινε ένα είδος αγωνίσματος.
Εκτός από τα παραπάνω παιχνίδια, στην αρχαιότητα ήταν γνωστά και τα ενόργανα παιχνίδια (αθύρματα)., που πραγματοποιούνταν με τη χρήση οργάνων. Τέτοια παιχνίδια χρησιμοποιούνταν από πολύ παλιά στην Άπω Ανατολή, στην Κίνα, στην Ιαπωνία και σε άλλες χώρες.
Οι συγγραφείς της εποχής εκείνης αναφέρουν επίσης τον τροχό ή κρίκο (στεφάνι), τις κόρες (κούκλες), τα κρόταλα ή σείστρες (κουδουνίστρες), τα σφαιρίδια (βόλοι), το στρόβιλο ή βέμβιξ (σβούρα) κ.α.
Αναφέρονται επίσης οι πλαγγόνες ή νευρόσπαστα ή αλλιώς δάγυνα, που κουνούσαν τα χέρια και τα πόδια τους, οι αστράγαλοι(κότσια, βασιλιάδες), η σφαιρομαχία, που στους αρχαίους Έλληνες ήταν παιχνίδι σφαίρισης και ειδικότερα είδος πυγμαχίας, στην οποία οι πυγμάχοι έφεραν σφαίρες με καλύμματα, τα επισφαίρια ή επίσφαιρα. Χρησιμοποιούσαν επίσης για παιχνίδια ομοιώματα ζώων και πτηνών.
Όλα αυτά κατασκευάζονταν από πηλό, μέταλλο, κερί και άλλα υλικά.
Σε αρχαίους τάφους βρέθηκαν διάφορα παιχνίδια από αυτά που συνήθιζαν να θάβουν μαζί με τους νεκρούς.
Τα ομαδικά παιχνίδια κατείχαν στην αρχαία Ελλάδα σημαντική θέση και τα αντιμε¬τώπιζαν ως μέσο ψυχαγωγίας και ξεκούρασης. Τα καλλιέργησαν και ανέπτυσσαν σε μεγάλο βαθμό τις διανοητικές τους ικανότητες.
Πρώτοι οι Έλληνες κατανόησαν την αξία των ομαδικών παιγνιδιών και τα είχαν εντάξει στο πρόγραμμα αγωγής των παιδιών.
Για τα μωρά, παιχνίδι στην αρχαιότητα ήταν η «σείστρα»(μεταλλικές κουδουνίστρες), τα τόπια, στεφάνια, βέργες και σβούρες.
Άλλα παιχνίδια:η «χάλκη μυία»=τυφλόμυγα, η «ακινητίδα»=αγαλματάκια, η «απόρραξης» που παιζόταν από δέρματα ζώων, η «μυίνδα»ή αλλιώς «φυγίνδα»ή «αποδιδρασκίνδα» σημερινός κρυφτός. Άλλο παιχνίδι ήταν η «χυτρίνδα» που ένα παιδί πα-ρίστανε τη χύτρα και ένα άλλο στηρίζοντας το αριστερό του χέρι σ’ αυτόν που παρί-στανε τη χύτρα, γυρνούσε γύρω γύρω ο φύλακας. Νικητής ήταν όποιος άγγιζε τη χύτρα χωρίς να τον χτυπήσει ο φύλακας. Σήμερα το λέμε «γύρω γύρω».Άλλο παιχνίδι ήταν ο «ασκωλιασμός» σημερινό «ασκί», είδος ακροβασίας. Ο «αστραγαλισμός»ήταν παιχνίδι με ζάρια, πεσσούς, κύβους ή «κόττα=κότσια=αστράγαλοι μικρών μηρυκα-στικών . Τα «μονά ζυγά» παιζόταν με ξηρούς καρπούς, ενώ τα «πεντόλιθα»ήταν πολύ αγαπητό στα κορίτσια και παιζόταν με κότσια ή πετραδάκια μέσα στο σπίτι. Η «αντισφαίριση» σήμερα κατάγεται από το αρχαίο ελληνικό παιχνίδι «σφαιριστική», που παιζόταν με μια μεγάλη ελαφριά μπάλα και αποτελούσε παιχνίδι αναψυχής μεταξύ συγγενών.

Η Ιστορία του μπάσκετ



Ήταν ένα κρύο και βροχερό χειμωνιάτικο απόγευμα του 1891 όταν ο Καναδός Τζιμ Νέισμιθ, ο νεαρός γυμναστής του Κολεγίου Σπρίνκγφιλντ της Μασαχουσέτης, καθόταν προβληματισμένος στο γραφείο του. Σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα παιχνίδι για να παίζουν οι μαθητές του σε κλειστό χώρο και ταυτόχρονα να είναι ενδιαφέρον και θεαματικό. Η ώρα περνούσε κι άρχισε ν' απογοητεύεται. "Άδικα πονοκεφαλιάζω", είπε και εκνευρισμένος πέταξε στο καλάθι των σκουπιδιών ένα τσαλακωμένο χαρτί, που όση ώρα σκεφτόταν, το ταλαιπωρούσε στα χέρια του.
Το χάρτινο μπαλάκι μπήκε στο καλάθι και τότε ο Νέισμιθ, σαν να χτυπήθηκε από ηλεκτρικό ρεύμα. Πετάχτηκε όρθιος. Χτύπησε τα χέρια του και φώναξε σαν νέος Αρχιμήδης: "Εύρηκα". Η ενστικτώδης κίνηση που έκανε, του έδωσε την ιδέα πάνω στην οποία θα στήριζε το παιχνίδι.
Ο Νέισμιθ είχε σπουδάσει θρησκευτικά, αλλά τον κέρδισε ο αθλητισμός γιατί, όπως έλεγε κι ο ίδιος, "πιο εύκολα μπορώ να επηρεάσω τους νεαρούς να γίνουν Χριστιανοί μέσω του αθλητισμού, παρά με το κήρυγμα".
Ο επικεφαλής του αθλητικού τμήματος στο Σπρίνγκφιλντ είχε προετοιμάσει τον Νέισμιθ. Του επίστησε την προσοχή ότι οι μαθητές του ήταν "επαναστάτες", ότι οι παλιές ασκήσεις γυμναστικής τους άφηναν παντελώς αδιάφορους κι ότι έπρεπε να βρεθεί ένα νέο παιχνίδι που να τους αποσπάσει το ενδιαφέρον.
Ο οραματιστής Νέισμιθ σκεφτόταν: "θα είναι παιχνίδι με μπάλα, αλλά όχι ποδόσφαιρο που είναι επικίνδυνο. Οι παίκτες δεν θα μπορούν να τρέχουν με την μπάλα, άρα δεν θα γίνονται τάκλιν, άρα δεν θα υπάρχουν τραυματισμοί".
Το επόμενο πρόβλημα ήταν και το πιο βασικό. Πώς το παιχνίδι θα γινόταν ανταγωνιστικό.
Δηλαδή πώς θα σκόραραν οι παίκτες. Σκέφτηκε να βάλει ένα κουτί στο πάτωμα και να έριχναν εκεί οι παίκτες την μπάλα, αλλά αυτό ήταν ανέφικτο, καθώς οι αμυντικοί θα στέκονταν μπροστά και το παιχνίδι θα γινόταν τραχύ.
Έτσι αποφάσισε να βάλει τα κουτιά να κρέμονται πάνω από τα κεφάλια των παικτών.
Το επόμενο μέλημα του ήταν να βρει την κατάλληλη μπάλα. Αυτή του αμερικανικού ποδοσφαίρου ήταν εύκολο να κουβαληθεί από τους παίκτες και έτσι αποφάσισε ότι η μπάλα του ποδοσφαίρου ήταν η πιο κατάλληλη.
Το πρωί ο Νέισμιθ βρήκε τον κ. Στέμπινς, επιστάτη του κολεγίου και του ζήτησε δύο κουτιά.
Ο επιστάτης απάντησε αρνητικά, αλλά είπε στον Νέισμιθ ότι έχει δύο καλάθια από ροδάκινα να του δώσει.
Ο Νέισμιθ πήρε τα καλάθια και τα κρέμασε στο μπαλκόνι του γυμναστηρίου, είχε ύφος 3 μέτρα και 5 εκατοστά. Αυτό το ύψος έχουν μέχρι και σήμερα τα καλάθια του μπάσκετ.
Στις 11.30 ο Νέισμιθ περίμενε τους μαθητές του να τους παρουσιάσει το νέο παιχνίδι. Νωρίτερα τους είχε δείξει κι άλλα παιχνίδια, αλλά οι μαθητές του τα απέρριψαν, γελώντας ειρωνικά.
Η αγωνία του νεαρού καθηγητή ήταν μεγάλη. "Ει, άλλο ένα νέο παιχνίδι" φώναξε ένας μαθητής, μόλις μπήκε στο γυμναστήριο.
"Δοκιμάστε κι αυτό και αν δεν σας αρέσει, δεν θα σας παρουσιάσω ποτέ κανένα άλλο" είπε ο Τζιμ.
Στη συνέχεια χώρισε τους 18 μαθητές του σε δύο ομάδες των 9 ατόμων και έβαλε τους δύο αρχηγούς να σταθούν στη μέση του γηπέδου. Πέταξε την μπάλα ψηλά ανάμεσα τους. Ήταν το πρώτο τζάμπολ.
Οι δύο νέοι πήδηξαν να διεκδικήσουν την μπάλα και ... ήταν γεγονός: το πρώτο παιχνίδι μπάσκετ είχε αρχίσει. Οι παίκτες, αφού δεν μπορούσαν να τρέχουν κρατώντας την μπάλα στα χέρια, άρχισαν να αλλάζουν πάσες και να προσπαθούν να τη βάλουν στο καλάθι.
Έκαναν αυτό που κάνουν σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι σ' ολόκληρη τη γη. Έπαιζαν το πιο συναρπαστικό από όλα τα σπορ, αυτό που μαγνητίζει στις μέρες μας όλο τον κόσμο.
Τα γέλια και οι φωνές των μαθητών του Νέισμιθ αντηχούσαν στο παλιό γυμναστήριο. Οι παίκτες, φορώντας μακρύ παντελόνι και μπλούζα, απολάμβαναν το νέο παιχνίδι και ο Νέισμιθ τους κοιτούσε γεμάτος περηφάνια.
Μετά από μισή ώρα παιχνιδιού κι ενώ είχε μπει ένα μόνο καλάθι, οι μαθητές ήταν εξουθενωμένοι, αλλά ευτυχισμένοι. Το "μικρόβιο" του μπάσκετ τους είχε κατακτήσει για τα καλό.
Ρώτησαν το γυμναστή τους πότε θα μπορούσαν να ξαναπαίξουν αυτό το υπέροχο παιχνίδι. Έπαιζαν συχνά στη συνέχεια.
Τον Ιανουάριο του 1892, όταν οι μαθητές γύρισαν από τις διακοπές των Χριστουγέννων, άρχισαν να δίνουν αγώνες με τα γειτονικά σχολεία που κι αυτά είχαν αρχίσει να παίζουν το νέο παιχνίδι.
Τα πρώτα ματς της εποχής έληγαν συνήθως με 3-2 ή με 2-1. Το κάθε καλάθι μετρούσε ένα πόντο.
Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, διοργανώθηκε στο Σπρίνγκφιλντ το πρώτο τουρνουά μπάσκετ. μεταξύ των μαθητών του κολεγίου. Διάφορες γυναίκες που παρακολουθούσαν τους αγώνες από το μπαλκόνι πρότειναν να παίξουν κι αυτές. Μόλις τελείωσαν οι αγώνες των αντρών, οι γυναίκες μπήκαν στο γήπεδο και έπαιξαν. Ήταν ένα πρωτόγνωρο θέαμα, καθώς φορώντας μακριά φουστάνια προσπαθούσαν να τρέξουν και να βάλουν την μπάλα στο καλάθι. Δεν το κατάφεραν, αλλά μην ξεχνάμε ότι αυτό που μετράει στον αθλητισμό είναι η προσπάθεια.
Την άνοιξη, το παιχνίδι μεταφέρθηκε έξω. Εκεί έστησαν δύο σιδερένιους πασσάλους και κρέμασαν σ' αυτούς τα καλάθια. Το μπάσκετ είχε ανοίξει τις πόρτες του και είχε ξεκινήσει για να κατακτήσει τον κόσμο.
Μια μέρα ένας φοιτητής, ονόματι Φρανκ Μάχαν, επισκέφτηκε τον Νέισμιθ στο γραφείο του. 
-"Δρ. Νέισμιθ, πώς σκοπεύετε να ονομάσετε το νέο παιχνίδι;", τον ρώτησε.
 
Ο Νέισμιθ απάντησε ότι δεν είχε αποφασίσει ακόμη για το όνομα του παιχνιδιού.
-"Να το πούμε Νέισμιθ - μπολ", πρότεινε ο Μάχαν.
 
-"Αυτό το όνομα θα σκότωνε κάθε παιχνίδι", απάντησε γελώντας ο καθηγητής.
-"Τότε γιατί να μην το πούμε μπάσκετ - μπολ; Εξάλλου παίζεται με δυο καλάθια και μια μπάλα", αντιπρότεινε ο νεαρός.
 
Ο Νέισμιθ πετάχτηκε επάνω, έδωσε το χέρι του στον μαθητή του και του είπε:
-"Μπράβο, αυτά είναι το όνομα που του αξίζει".
 
Το ωραιότερο παιχνίδι του κόσμου είχε βρει το όνομα του. Ο Τζιμ Νέισμιθ ήταν ο πατέρας του και ο Φρανκ Μάχαν ο νονός του.
* το κέιμενο είναι από το βιβλίο "Ενας αιώνας Μπάσκετ" του Τάκη Ευσταθίου
 www.basket.gr/eok/history/basket.asp